αὐτότροφος

αὐτό-τροφος, ον,
A = αὐτόσιτος, condemned by Phryn.179.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὐτότροφος — masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτότροφος — η, ο αυτός που έχει την ιδιότητα της αυτοτροφίας …   Dictionary of Greek

  • αυτότροφος οργανισμός — Οργανισμός που δεν του χρειάζεται να παίρνει οργανικά συστατικά από εξωτερικές πηγές, επειδή μπορεί να κατασκευάζει τα απαραίτητα γι’ αυτόν οργανικά συστατικά από ανόργανα υλικά. Τα περισσότερα φυτά που περιέχουν χλωροφύλλη είναι α.ο. Τα φυτά… …   Dictionary of Greek

  • αὐτότροφοι — αὐτότροφος masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ολοτροφικός — ή, ό 1. βιολ. (για οργανισμό) αυτός ο οποίος τυπικά συνθέτει όλα τα οργανικά συστατικά του από ανόργανα υποστρώματα με τη διαδικασία τής φωτοσύνθεσης, όπως είναι λ.χ. τα φυτά, αλλ. αυτότροφος, ολοφυτικός και φωτοτροφικός 2. ζωολ. (για αρπακτικό)… …   Dictionary of Greek

  • φωτοαυτότροφος — η, ο, Ν βιολ. φωτολιθότροφος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φωτ(ο) * + αυτότροφος] …   Dictionary of Greek

  • χημειοαυτότροφος — η, ο, Ν βιολ. (για οργανισμό) αυτός που χρησιμοποιεί χημικές ουσίες ως πηγή ενέργειας και το διοξείδιο τού άνθρακα ως πηγή άνθρακα για να συνθέσει τις απαραίτητες οργανικές ουσίες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. chemoautotroph < chemo… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.